Ένα κλασικό κλισέ σε σχόλια αναγνωστών είναι το «ήθελα πολύ να μου αρέσει, αλλά αυτό τελικά δεν συνέβη», και, δυστυχώς, ο Υφαντόκοσμος του Clive Barker ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Και είναι κρίμα, γιατί πρόκειται για ένα βιβλίο με εντυπωσιακή φαντασία: πολλά υποσχόμενες ιδέες, έναν πρωτότυπο μαγικό κόσμο, του οποίου ένας μακρινός απόηχος μπορεί να εντοπιστεί στην «Πόλη μέσα στην Πόλη» του China Miéville, και ιδιαίτερα ενδιαφέροντες ανταγωνιστές (τον Σάντγουελ, ο οποίος με το σακάκι του λειτουργεί ως ευθύ ανάλογο του καταστήματος στα Χρήσιμα Αντικείμενα του Stephen King, την Ιμακολάτα και τις αδερφές της, μια σκοτεινή παραλλαγή της κλασικής αγγλοσαξονικής τριάδας των μαγισσών και τον Χόμπαρτ, μια horror εκδοχή ενός εκπροσώπου του νόμου και της τάξης).
Το πρόβλημα είναι ότι το βιβλίο δεν καταφέρνει να δώσει το ανάλογο βάθος σε αυτό το υλικό. Οι βασικοί χαρακτήρες, όπως και αρκετοί δευτερεύοντες, μοιάζουν άτεχνα δομημένοι, χωρίς σαφή κίνητρα, με αποτέλεσμα πολλές από τις επιλογές τους να φαίνονται αυθαίρετες. Παράλληλα, ο ίδιος ο Υφαντόκοσμος, παρότι ευφάνταστος και με μια σχεδόν λαβκραφτιανή σύλληψη, δεν αποκτά ποτέ το βάρος ή τη γοητεία που υποτίθεται ότι τον καθιστά τόσο καθοριστικό, και οι κάτοικοί του, οι Διοράτες, παραμένουν ασαφείς και δύσκολα προσδιορίσιμοι.
Αντίστοιχα άνιση είναι και η εξέλιξη της πλοκής: σε σημεία καθηλωτική, σε άλλα βιαστική και προβλέψιμη. Το ίδιο ισχύει και για τη μετάφραση του Γιώργου Μπαρουξή, που εναλλάσσει πολύ επιτυχημένες στιγμές με επιλογές που μοιάζουν πρόχειρες ή εκτός ύφους.
Συνολικά, ο Υφαντόκοσμος δίνει την αίσθηση ενός μεγαλεπήβολου, αλλά ανεπεξέργαστου έργου, ενός πρωτόλειου με εξαιρετικές ιδέες που δεν υποστηρίζονται επαρκώς από την εκτέλεση. Ίσως το υλικό του να λειτουργούσε καλύτερα αν αναπτυσσόταν με προσεκτικότερη επιμέλεια και σε μεγαλύτερη έκταση, πχ. κάτι σαν έναν «Υφαντόκοσμο 2.0» σε μορφή τριλογίας, όπου οι ιδέες θα είχαν τον χώρο που εδώ φαίνεται να τους λείπει.