Στο τρίτο βιβλίο της sci-fi πενταλογίας της, Canopus in Argos, η Ντόρις Λέσινγκ (πρόκειται για την κουλ κυριούλα που έμαθε στα 88 της ότι πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας γυρνώντας από τα ψώνια στη λαϊκή -ψάξτε το βίντεο), βάζει πλώρη για έναν πραγματικά μεγαλεπήβολο στόχο· να παρουσιάσει -ελαφρώς παραλλαγμένη- την ιστορία της Γης από την οπτική γωνία δύο μεγάλων γαλαξιακών αυτοκρατοριών, του Σείριου και του Κανώπου, οι οποίες χρησιμοποιούν πλανήτες, μεταξύ αυτών και τη Γη, ως τεράστια εργαστήρια βιολογικών και κοινωνικών πειραμάτων, χρησιμοποιώντας ως πειραματόζωα, "ζώα" τα ονομάζουν, ανθρώπους ή ανθρωποειδή, προκειμένου να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τις δυνατότητές τους.
Πιο συγκεκριμένα, η αφήγηση γίνεται από τη σκοπιά μιας υψηλόβαθμης αξιωματούχου της Σειριακής αυτοκρατορίας, αυτοκρατορίας λιγότερο ισχυρής από αυτή του Κανώπου, παρότι οι κάτοικοί της δεν το παραδέχονται. Μέσα από τα μάτια της Άμπιεν ΙΙ βλέπουμε χιλιάδες χρόνια αστρικής και γήινης εξέλιξης (οι Σείριοι και οι Κάνωποι ζουν πλέον όσο θέλουν) και παρακολουθούμε τις προσπάθειές της να απαντήσει στο υπαρξιακό ερώτημα του "γιατί τα κάνουμε όλα αυτά;", αρχικά διεξάγοντας διάφορα πειράματα επί Γης και έπειτα, αντιλαμβανόμενη την ανωτερότητα του Κανώπου, προσπαθώντας να καταλάβει τον τρόπο που λειτουργεί αυτός. Η αναφορά της Άμπιεν ΙΙ είναι άψογα γραμμένη με το στεγνό ύφος μιας γραφειοκράτισσας, πράγμα που, παρότι δείχνει την ικανότητα της συγγραφέως, δεν το κάνει και πολύ ελκυστικό για τον αναγνώστη.
Το πραγματικά ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι πάντως η αλλαγή προοπτικής, καθώς βλέπουμε τη Γη όχι ως το κέντρο του κόσμου, αλλά ως έναν περιφερειακό και μάλλον ασήμαντο πλανήτη, και τους κατοίκους της, εμάς, όχι ως το τελειότερο δημιούργημα της φύσης, αλλά ως το αποτέλεσμα πειραματισμών, τύχης και γαλαξιακών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η Άμπιεν ΙΙ, και μέσα από αυτή η ίδια η συγγραφέας, αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερο τις αναλογίες ανάμεσα στη συμπεριφορά των ισχυρών και των εκμεταλλευτών των ανθρώπινων πολιτισμών και στη συμπεριφορά της δικής της, υποτίθεται ανώτερης ηθικά, αυτοκρατορίας.
Η Λέσινγκ με αυτό το βιβλίο, όπως και με τα υπόλοιπα της πενταλογίας, γραμμένα από τα τέλη της δεκαετίας του '70 ως τις αρχές της δεκαετίας του '80, φαίνεται ότι επιδιώκει να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για αυτά που αντιλαμβανόταν η ίδια ως σημάδια ότι η ανθρωπότητα έχει πάρει έναν εντελώς λανθασμένο δρόμο· εξουσιομανία, λατρεία του χρήματος, μόλυνση του περιβάλλοντος, (νεο-)αποικιοκρατία κτλ. Για να το πετύχει λοιπόν αυτό, συνειδητοποιεί ότι πρέπει να αναγκάσει τον αναγνώστη να δει τη Γη από ψηλά, αλλά δεν της αρκεί να ανέβει σε ένα αεροπλάνο, όπως ο Κώστας Χατζής. Αντίθετα, επιλέγει να τη δει ως μια μικρή μπλε κουκκίδα, όπως έλεγε την ίδια περίπου περίοδο ο Carl Sagan.