Η Άτγουντ φτιάχνει μια πειστική δυστοπία, όχι τόσο σε πραγματολογικό επίπεδο, αφού δεν δίνει ιδιαίτερες εξηγήσεις -μάλλον εκούσια- για διάφορα στοιχεία της ιστορίας της (ακόμη και στον ψευδοεξωκειμενικό επίλογο), όσο σε επίπεδο σκιαγράφησης στάσεων, συμπεριφορών και σχέσεων. Παράλληλα, απέναντι στο κλασικό δίπολο των δύο καθοριστικών δυστοπιών του 20ού αιώνα, του Θαυμαστού Καινούριου Κόσμου και του 1984, καταφέρνει να δώσει μια άλλη εκδοχή ολοκληρωτικής κοινωνίας, αυτή της θεοκρατικής, έτσι όπως θα ήταν αν κυριαρχούσαν στις ΗΠΑ οι Πουριτανοί της Νέας Αγγλίας και οι rednecks της Ζώνης της Βίβλου των νότιων Πολιτειών, πατώντας στην τότε φονταμενταλιστική και αντιφεμινιστική εμπειρία και περιγράφοντας έτσι σε ανύποπτο χρόνο πού αλλού θα μπορούσε να οδηγήσει το ρεύμα που οδήγησε εντέλει στην αναρρίχηση του Τραμπ στην εξουσία.
Κι όλα αυτά τα πετυχαίνει με μια θραυσματική πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όπου η (αντι-)ηρωίδα του τίτλου προσπαθεί να βρει ποια είναι και πού πάει σε αυτόν τον νέο κόσμο, έναν κόσμο που για αυτήν επιφυλάσσει τη μοίρα του αναπαραγωγικού σκεύους. Διαβάζουμε την ιστορία της «παραδουλεύτρας/υπηρέτριας» (είναι μάλλον ανακριβείς -για να μην πω ατυχείς- και οι δύο μεταφραστικές προτάσεις -«Θεραπαινίδα», «Πορφυρή Δούλη»- για το "Handmaid" στις δύο ελληνικές εκδόσεις του βιβλίου), και ασφυκτιούμε μαζί της, τόσο στη στάσιμη καθημερινότητά της όσο και στις πιο αγωνιώδεις της στιγμές, καθώς ψάχνει από κάπου να πιαστεί.
Λογοτεχνικό επίτευγμα. Η πρώτη επαφή με την Καναδέζα συγγραφέα μου αφήνει εξαιρετικές εντυπώσεις.