Δεν θα γράψω άλλη μία -διθυραμβική- κριτική γι' αυτό το βιβλίο, παρότι την αξίζει πλήρως (έχουν γραφτεί ακόμη κι εδώ πολλές και εύστοχες), αλλά θα πω μια μικρή ιστορία, σαν κάποιες από αυτές που αναφέρει ο αφηγητής του, ο Χάρος, κάθε φορά που ξεστρατίζει -φαινομενικά μόνο- από την κεντρική πλοκή του βιβλίου. Μια ιστορία για το πώς τελείωσα το βιβλίο αυτό ένα βράδυ του Αυγούστου στη Σαμοθράκη...
Ο ύπνος μόλις με είχε πάρει στη σκηνή μου, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, αφού πρώτα είχα διαβάσει ένα από τα κεφάλαια του Book Thief στον ηλεκτρονικό αναγνώστη μου, όταν με ξύπνησε μια παρέα από φίλες που είχαν στήσει λίγο πιο πέρα. Είχαν μόλις γυρίσει απ' έξω και η έξαψη της βραδιάς (που είχε ξεκινήσει με την πολύωρη αναζήτηση του σκύλου της μιας στο φαράγγι του Φονιά) δεν είχε καταλαγιάσει φαίνεται... Εκνευρισμένος που μου είχε φύγει ο ύπνος, άνοιξα το βιβλίο και πάλι για να διαβάσω λίγο ακόμη και να ξανανυστάξω. Τελικά, όχι μόνο δεν νύσταξα, αλλά διάβασα μονορούφι τις υπόλοιπες 150-200 σελίδες που μου είχαν μείνει, με τα δάκρυα μου να τρέχουν ρυάκι ασταμάτητα, δάκρυα όχι λύπης ή φτηνής συγκίνησης για το προσωπικό δράμα των ηρώων, αλλά για τον άνθρωπο και για όσα καλά και άσχημα μπορεί να κάνει.
Όταν τελείωσα το βιβλίο, βγήκα από τη σκηνή και πήγα ως την παραλία για να ηρεμήσω και να δω ξανά τα άστρα.