Ο Γουίλιαμς με το βιβλίο αυτό κατορθώνει κάτι που φανερώνει μια εντυπωσιακή λογοτεχνική ικανότητα: παίρνει την φαινομενικά απλή έως αδιάφορη ζωή ενός αγροτόπαιδου που γίνεται καθηγητής αγγλικής λογοτεχνίας σε ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο από τη δεύτερη ως την έκτη δεκαετία του 20ου αιώνα και τη μετατρέπει σε ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα. Με μια χειρουργικής ακριβείας πρόζα που θα έπρεπε να διδάσκεται στο σχολείο, οδηγεί τον αναγνώστη να αγωνιά όχι για το τι θα γίνει μετά, αλλά για το αν τελικά η ζωή του Στόουνερ θα δικαιωθεί ως αξιοβίωτη ή όχι.
Το μυθιστόρημα αυτό αποδεικνύει μεταξύ άλλων ότι ένας συγγραφέας μπορεί να μιλήσει για οτιδήποτε, ακόμη και για το πιο ανούσιο και βαρετό θέμα, και να το κάνει ενδιαφέρον, αρκεί να το κάνει με τέχνη και αγάπη. Επιπλέον, αυτή η «αντι-βιογραφία» ενός φανταστικού χαρακτήρα, πραγματικού αντιήρωα, είναι στον αντίποδα των βιογραφιών πραγματικών μεγάλων προσωπικοτήτων, είδους που πάντα με απωθούσε, αφού δεν έχει κάποιον ηθικοπλαστικό χαρακτήρα πέρα από το να αφηγηθεί -μέσα από τη ζωή του Στόουνερ- τη ζωή όλων εκείνων των ανθρώπων που έμαθαν να ζουν ζώντας, μέσα από λάθη, ματαιώσεις, φόβους, ανασφάλειες, αποτυχίες και μικρές χαρές.
Αριστούργημα.