Ακολουθούν ελαφρά σπόιλερ για όσους/όσες δεν έχουν διαβάσει το αμέσως προηγούμενο βιβλίο της σειράς, το «Χωρίς αίσιο τέλος»:
Ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, έχοντας κουραστεί από το ίδιο του το δημιούργημά του, τον Σέρλοκ Χολμς, τον έβαζε σε μια ιστορία του να βουτάει σε ένα γκρεμό των Άλπεων μαζί με τη νέμεσή του, τον αρχικακό Μοριάρτι. Αυτός ο θάνατος του ήρωά του όμως δεν έμελλε να είναι οριστικός, καθώς, μετά από απαίτηση του κοινού, ο Α. Κ. Ντόιλ συνέχισε τις περιπέτειές του, επινοώντας μια απίθανη σωτηρία του ντετέκτιβ από το βάραθρο στο οποίο είχε ριχτεί.
Περίπου έναν αιώνα μετά, το ίδιο συμβαίνει με τον Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ και τον μονόφθαλμο ντετέκτιβ του, Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, ο οποίος στο τέλος του «Χωρίς αίσιο τέλος» έπεφτε από σφαίρες στη βρόμικη μεξικανική άσφαλτο, φαινομενικά νεκρός. Μετά από ψηφοφορίες του κοινού σε αλλεπάλληλες διαλέξεις του, αλλά και επιστολές αναγνωστών, ο ΠΙΤ ΙΙ στο βιβλίο αυτό ανασταίνει τον ήρωά του στην Πόλη του Μεξικού που τόσο αγάπησε.
Όμως, επειδή ΠΙΤ ΙΙ είναι αυτός, ο ξαναγεννημένος Έκτορ αρχικά θυμίζει ένα φάντασμα που έχει ξεμείνει στη γη, σε έναν τόπο που γνωρίζει, ανάμεσα σε ανθρώπους που ξέρει καλά, αλλά νιώθοντας ταυτόχρονα εκτός τόπου και χρόνου, αναζητώντας νόημα και σκοπό, ψάχνοντας τρόπο να ξεπεράσει το μετατραυματικό του σύνδρομο και τους φόβους που έχουν γεννηθεί μέσα του, προσπαθώντας να ξαναβρεί τα πατήματά του στη ζωή, στην αγάπη, στη δουλειά του (την οποία αρνείται να κάνει με ένα πάθος που ισορροπεί ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό) και την αγαπημένη του πόλη.
Από όλα αυτά θα τον βγάλουν δύο μυτερά στήθη «με ρόδινες θηλές που κοίταζαν προς τα έξω» και θα μπλέξει -για άλλη μια φορά- σε μια απίθανη ιστορία που θα τον φέρει, μεταξύ άλλων, στα ίχνη ενός αντιδραστικού τυχοδιώκτη, στο πλευρό ενός αλκοολικού γκρίνγκο δημοσιογράφου και στο παρηκμασμένο Ακαπούλκο. Κι όλα αυτά εν μέσω φοιτητικών διαδηλώσεων, μιας περίεργης εκλογικής αναμέτρησης, αμέτρητων λίτρων αναψυκτικών, συζητήσεων με τους συντρόφους του στο γραφείο, πάμπολλων πακέτων τσιγάρων και δύο γυναικείων κορμιών. Α, και με μόνιμη παρέα δύο παπάκια.
Και φυσικά, πανταχού παρόν το παράλογο, το γέλιο, ο αυτοσαρκασμός, το ευθύ βλέμμα. Και το κορίτσι με την αλογοουρά.