Πρόκειται για ένα από τα μυθιστορήματα που με ζόρισαν πάρα πολύ διαβάζοντάς το. Παρακολουθούμε, μέσα από μια λιτή, αλλά γεμάτη ενσυναίσθηση, αφήγηση, τη σταδιακή καταβύθιση της ηρωίδας, μιας 50χρονης καθηγήτριας Ψυχολογίας στο Χάρβαρντ, στον ομιχλώδη κόσμο της νόσου του Αλτζχάιμερ. Η συγγραφέας δίνει ένα πειστικό πορτρέτο όχι μόνο της νόσου, αλλά και των συνεπειών της στις σχέσεις των ανθρώπων. Κι όλα αυτά τα πετυχαίνει χωρίς να διεκτραγωδεί την κατάσταση, να κυνηγάει το μελό ή να γράφει ένα μανιφέστο θετικής ενέργειας ή μια ωδή στην ανθρώπινη θέληση. Βλέποντας, μέσα από δεκάδες μικρές και μεγάλες λεπτομέρειες, την Άλις να χάνει λίγο-λίγο την επαφή της με τον κόσμο, ένιωθα απίστευτο σφίξιμο, καθώς μπροστά μου ξεδιπλωνόταν ένας από τους μεγαλύτερους φόβους του ανθρώπου (όχι τυχαία στον αντίποδα του βασικού υπαρξιακού ερωτήματος «Ποιος είμαι;»): το να χάσει τον εαυτό του. Ίσως η πιο συγκλονιστική στιγμή του βιβλίου είναι όταν η ηρωίδα, σε μια από τις τελευταίες της εκλάμψεις, λέει στον σύζυγό της «Μου λείπει ο εαυτός μου».