Είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο της τριλογίας του Μπιλ Χότζες, το Mr. Mercedes, δέκα χρόνια πριν περίπου και όταν το τελείωσα είχα γράψει εδώ πολύ λιτά τα εξής: «Ο Κινγκ μπορεί πια να γράψει τα πάντα, κι αυτή τη φορά έγραψε ένα νουάρ που δεν σε αφήνει να το αφήσεις από τα χέρια σου.», ενώ θυμάμαι να σχολιάζω ενθουσιασμένος τις πρώτες του σελίδες, που παρουσίαζαν ανάγλυφα τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης που είχε χτυπήσεις τις ΗΠΑ στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.
Πρόσφατα αποφάσισα να επιστρέψω στον Στίβεν Κινγκ για να διαβάσω έργα του της τελευταίας δεκαπενταετίας, μεταξύ αυτών και τα άλλα δύο της τριλογίας αυτής. Δεν θυμόμουν όμως καθόλου τι γινόταν στο πρώτο βιβλίο και όταν έμαθα ότι ο πρώτος κύκλος της ομώνυμης σειράς με πρωταγωνιστή τον Μπρένταν Γκλίσον ακολουθούσε σχεδόν απόλυτα την πλοκή του, την είδα μονορούφι, την απόλαυσα και επέστρεψα στα βιβλία, διαβάζοντας το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας, το οποίο το βρήκα εξίσου συναρπαστικό.
Εδώ ο Κινγκ αφήνει στην άκρη -ή μάλλον στη μονάδα αποκατάστασης- τον Μπρέιντι, τον Mr. Mercedes, του πρώτου βιβλίου, με τον Χότζες να επιμένει να τον επισκέπτεται σύχνά-πυκνά, παρότι εκείνος δείχνει να έχει ελάχιστη επαφή με το περιβάλλον, και πλάθει μια ιστορία που σχετίζεται έμμεσα με την πολύνεκρη επίθεση του Μπρέιντι με την κλεμμένη Μερσέντες στην αρχή της τριλογίας, αλλά έχει στο επίκεντρό της ένα άλλο θέμα που έχει απασχολήσει τον Κινγκ και σε άλλα βιβλία, όπως το αριστουργηματικό Μίζερι. Πρόκειται φυσικά για τη σχέση των φανατικών αναγνωστών με έναν λογοτέχνη και το έργο του και το πού μπορεί να φτάσει αυτή, με την κλασικά βίαιη και αιματηρή οπτική του Κινγκ.
Ένας συγγραφέας τη δεκαετία του '60 γράφει μια πολύ επιτυχημένη τριλογία τύπου «Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα», στη συνέχεια σταματάει να γράφει και γίνεται ερημίτης. Κάποια χρόνια μετά, ένας προβληματικός -και παραβατικός- νεαρός ερωτεύεται το έργο του (σε βαθμό να έχει χρίσει τον εαυτό του τον Ιδανικό Αναγνώστη του, αλλά μισεί το πώς τελειώνει η τριλογία, και όταν ακούει φήμες ότι ο συγγραφέας φυλάει στο χρηματοκιβώτιό του αδημοσίευτα έργα του, αποφασίζει να τον ληστέψει για να τα διαβάσει. Εννοείται ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τα είχε υπολογίσει. Η εμμονή του όμως θα τον κατατρύχει για δεκαετίες και πολλά χρόνια μετά θα επιδιώξει να την ικανοποιήσει, με τραγικές συνέπειες, όπως θα περίμενε κανείς.
Σαν αντίστιξη έχουμε στο αφηγηματικό παρόν έναν άλλον νεαρό, επίσης ερωτευμένο με το έργο του ίδιου συγγραφέα, ο οποίος όμως είναι η θετική όψη του πρώτου, με τον οποίο κάποια στιγμή μοιραία θα διασταυρωθεί. Ο Κινγκ λοιπόν, παράλληλα με τη μαεστρική αστυνομική πλοκή που ξετυλίγει, διερευνά πώς μπορεί να εξελιχθεί η σχέση των αναγνωστών με ένα λογοτεχνικό έργο με το οποίο ταυτίζονται και νιώθουν ότι έχει γραφτεί μόνο γι' αυτούς: αρρωστημένα ή υγιώς, και τι συνιστά το καθένα από τα δύο (κι εδώ υπεισέρχονται στοιχεία θεωρίας λογοτεχνίας από τη μια, όπως η έννοια της πρόσληψης, της ερμηνείας και της «χρήσης» ενός έργου, και από την άλλη ζητήματα προτεραιοτήτων και πόσο ψηλά τοποθετείται σε αυτές η λογοτεχνική απόλαυση). Τα ερωτήματα και οι πιθανές απαντήσεις που προκύπτουν από το βιβλίο έχουν μεγάλο ενδιαφέρον.
Εκτός από το κεντρικό θέμα, ο Κινγκ θίγει και κάτι που συχνά ξεχνιέται στη λογοτεχνία, αλλά και στις ταινίες και τις σειρές: οι επιπτώσεις που έχει ένα τραγικό γεγονός στις ζωές των ανθρώπων που επιβίωσαν. Συνήθως παρακολουθούμε έναν κατά συρροή δολοφόνο να αφήνει πτώματα στο πέρασμά του, αλλά όλη η πλοκή επικεντρώνεται στο πώς θα πιαστεί και τα θύματα ξεχνιούνται. Εδώ, ο Κινγκ επιστρέφει σε ένα από αυτά, καθώς ο πατέρας του δεύτερου νεαρού είναι ένα από τα ανώνυμα θύματα της επίθεσης του Μπρέιντι στο πρώτο βιβλίο τα οποία τραυματίστηκαν σοβαρά. Το γεγονός αυτό πυροδοτεί μια σειρά από συνέπειες που οδηγούν τον γιο του σε κρίσιμες για την πλοκή επιλογές.
Τέλος, αξίζει ιδιαίτερη μνεία στην πραγματικά εξαιρετική μετάφραση του Σταύρου Νικολάου που αναδεικνύει πραγματικά τη γραφή του Κινγκ και σε κάνει να ξεχνάς ότι διαβάζεις μεταφρασμένο κείμενο.