Ό,τι αγαπώ το φέρνω μαζί μου - 3,5/5.
Το πρώτο βιβλίο που διαβάσαμε (φωναχτά) μαζί με τη σύζυγο, οπότε έχει και μια παραπάνω συναισθηματική αξία για μένα· γι' αυτό και τα 3,5 αστέρια τα έκανα χωρίς τύψεις 4 στο Goodreads.
Φαινομενικά, πρόκειται για μια ιστορία μυστηρίου που αφορά την ανεξήγητη και ανεξιχνίαστη για χρόνια εξαφάνιση μιας μητέρας τριών παιδιών από το σπίτι της τη δεκαετία του '70. Κύριος ύποπτος ο σύζυγος, χωρίς όμως να υπάρχουν ούτε αποδείξεις ούτε πτώμα. Στην πραγματικότητα όμως έχουμε να κάνουμε κατά βάση με μια ιστορία που, πέρα από το διαρκώς παρόν μυστήριο, μετατοπίζεται σε κάθε ένα από τα τέσσερα μέρη της συνεχώς ως προς το είδος στο οποίο κλίνει, όπως παράλληλα μετατοπίζεται τόσο η οπτική γωνία της αφήγησης, αφού αλλάζει ο αφηγητής/η αφηγήτρια, όσο και ο χρόνος της αφήγησης, αφού τα τέσσερα μέρη εκτυλίσσονται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές που καλύπτουν τέσσερις-πέντε δεκαετίες.
Έτσι, στο πρώτο μέρος αφηγητής είναι ένας παλιός φίλος ενός από τα παιδιά της οικογένειας, ο οποίος βγαίνει από το συγγραφικό μπλοκ όταν αποφασίζει να γράψει 40 χρόνια μετά για αυτή την υπόθεση· εδώ είμαστε πιο κοντά στην καθαρόαιμη ιστορία μυστηρίου, αφού πολύ γρήγορα αφήνουμε το αφηγηματικό παρόν για να περάσουμε στα γεγονότα που αφορούν την εξαφάνιση, τον τρόπο που τη βίωσαν τα παιδιά και ιδίως η κόρη, η Μιράντα, και έπειτα στις έρευνες της αστυνομίας, και ιδιαίτερα ενός συγκεκριμένου αστυνομικού που είχε αναλάβει την υπόθεση.
Στο δεύτερο μέρος αφηγήτρια είναι η ίδια η μητέρα, η οποία μας πληροφορεί ότι είναι νεκρή, και μιλά για την οικογενειακή τους ζωή πριν την εξαφάνισή της, αλλά και για όσα συνέβησαν στην οικογένειά της μετά από αυτή, επικεντρώνοντας και πάλι στη Μιράντα. Εδώ το ύφος είναι εξομολογητικό, και ο θυμός εναλλάσσεται με την τρυφερότητα· αυτό το μέρος, που όσες απαντήσει δίνει, τόσα ερωτήματα αφήνει αναπάντητα, θα μπορούσε να διαβαστεί εν πολλοίς σαν ένα φεμινιστικό κείμενο που περισσότερο μοιάζει να θέλει να καταγγείλλει τον δράστη που τον κατονομάζει ρητά, παρά να εξηγήσει πώς έγινε το έγκλημα.
Ο λόγος που συμβαίνει αυτό εξηγείται με μια μεγάλη αποκάλυψη που γίνεται στην αρχή του τρίτου μέρους, όπου αφηγητής είναι ο Τζεφ, ο μεσαίος γιος της οικογένειας, που επιστρέφει στην πόλη τους από το Σαν Φρανσίσκο, μετά από μια καθοριστική εξέλιξη στην υπόθεσή της εξαφάνισης. Βρισκόμαστε 18 χρόνια μετά, και αυτή η αποκάλυψη οδηγεί τα δύο από τα τρία αδέρφια, αλλά και την αδερφή της εξαφανισμένης, να στραφούν δικαστικά εναντίον του πατέρα τους. Περισσότερο δικαστικό δράμα εδώ, με τον Τζεφ να είναι ταλαντευόμενος, αναποφάσιστος, αλλά τελικά πεπεισμένος για την ενοχή του πατέρα.
Το βιβλίο κλείνει με αφηγητή τον ίδιο τον πατέρα, και χρόνο και πάλι τα 40 χρόνια μετά, όπως ξεκίνησε. Μόνο που πρώτα έχει γίνει μια ακόμη αποκάλυψη που μοιάζει να βάζει τέλος στο μυστήριο, ενώ ο πατέρας έχει πλέον αλτσχάιμερ, το οποίο όλο και χειροτερεύει. Τρυφερό και συμφιλιωτικό, αυτό το μέρος θυμίζει οικογενειακό δράμα που μιλά για την ίδια την ασθένεια και τα αποτελέσματά της στους ανθρώπους και λιγότερο για το μυστήριο της εξαφάνισης.
Τελικά, γίνεται φανερό ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως αφορμή αυτό το μυστήριο για να γράψει ένα μυθιστόρημα για τις οικογενειακές σχέσεις σε μια μεσοαστική αμερικανική οικογένεια, για τα μυστικά και ψέματά της, αλλά και για τους δεσμούς που αναπτύσσονται ή δεν αναπτύσσονται στους κόλπους της. Σε μεγάλο βαθμό πετυχαίνει, με άξονα αυτή την ιστορία, να δώσει ένα πανόραμα της εξέλιξης αυτού του μοντέλου οικογένειας τα τελευταία 50 χρόνια, θίγοντας παράλληλα και μια σειρά από σημαντικά ζητήματα, με το φεμινιστικό ζήτημα να τον απασχολεί ιδιαίτερα, όπως και το ζήτημα της αλήθειας.
Η εναλλαγή των αφηγητών/τριών, καθώς και του κειμενικού είδους, είναι αρκετά επιτυχημένη και υπηρετεί τους κειμενικούς στόχους, αν και σε κάποια σημεία, τα πρόσωπα θυμίζουν -εξηγήσιμα εντέλει- περισσότερο καρικατούρες παρά αληθινούς χαρακτήρες. Δυστυχώς, όμως στην ελληνική έκδοση που διαβάσαμε το τελικό αποτέλεσμα αμαυρώνεται από την πολύ μέτρια μετάφραση -πλήθος αγγλισμών ή αβασάνιστα/βιαστικά μεταφρασμένων λέξεων/φράσεων και πλήρης απουσία υποσημειώσεων για διαδικαστικά/νομικά/πολιτισμικά ή άλλα ζητήματα με τα οποία το αμερικανικό κοινό είναι εξοικειωμένο, αλλά το ελληνικό μόνο αν έχει καταναλώσει με τη σέσουλα ανάλογες σειρές/ταινίες από τις ΗΠΑ. Αν σας φαίνεται ενδιαφέρον και ξέρετε καλά αγγλικά, προτιμήστε το πρωτότυπο.