Η κριτική μου και εδώ: https://gazakas.wordpress.com/2020/02/18/%cf%83%cf%84%ce%b7-%cf%86%cf%89%ce%bb%ce%b9%ce%ac-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%bf%cf%8d%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b5%ce%bd-%ce%ba%ce%ad%ce%b9%cf%83%ce%b9/
Παραδόξως, δεν έχω δει ακόμη την ταινία (ή τουλάχιστον θυμάμαι μόνο εικόνες, ίσως από κάποια φορά που την είδαν οι γονείς μου στην τηλεόραση), αν και η μορφή του Τζακ Νίκολσον στον ρόλο αυτό είχε χαραχτεί τόσο έντονα στη μνήμη μου που δεν μπορούσα να μην την ταυτίζω με τον -τελείως ανόμοιο εμφανισιακά- χαρακτήρα του βιβλίου που υποδυόταν. Αφού το διάβασα, δεν ξέρω αν θέλω να τη δω· όχι βέβαια επειδή δεν μου άρεσε, αλλά επειδή με τάραξε πολύ.
Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός ιθαγενούς Αμερικανού («Ινδιάνου») τρόφιμου ενός ψυχιατρείου στο Όρεγκον, λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο στην Κορέα, παρακολουθούμε τη ζωή σε μια πτέρυγά του που διαφεντεύεται με σιδηρά πυγμή από την Προϊσταμένη νοσοκόμα Ratched, ενώ θεραπείες ηλεκτρικού σοκ πραγματοποιούνται συχνά, όχι μόνο με θεραπευτικό χαρακτήρα, αλλά και τιμωρητικό. Εκεί φτάνει ο ΜακΜέρφι, ένας ρωμαλέος άντρας ιρλανδικής καταγωγής, ψιλοαπατεώνας, λωποδύτης και χαρτοκλέφτης, που ξέρει να χαίρεται τη μέρα (μου θύμισε κατά κάποιον τρόπο τον Ζορμπά του Καζαντζάκη) και βρέθηκε εκεί θεωρώντας προτιμότερη την παραμονή εκεί από την υποχρεωτική αγροτική εργασία της σύντομης ποινής που εξέτιε.
Ο ΜακΜέρφι αναστατώνει και τους τροφίμους, που τον ηρωοποιούν και τον λατρεύουν για αυτό που είναι, και την Προϊσταμένη, που τον αντιλαμβάνεται σαν κάποιον που αγνοεί την ίδια και την εξουσία της, σαν κάποιον που πρέπει να τον τσακίσει για να μην κλονιστεί από τον θρόνο της.
Παράλληλα με την εξωτερική πλοκή, που σε αρκετά σημεία κρατάει σε αγωνία τον αναγνώστη για αυτό που πρόκειται να επακολουθήσει, σε αυτό το πολυεπίπεδο μυθιστόρημα εκτυλίσσεται ταυτόχρονα και μέσα στο μυαλό του αφηγητή ένας προσωπικός αγώνας με τους δικούς του δαίμονες, στον οποίο καταλύτης θα είναι ο ΜακΜέρφι. Σε έναν ευτυχέστατο συνδυασμό μορφής και περιεχομένου, βλέπουμε αυτόν τον αγώνα και μέσα από το ύφος της γραφής, που στην αρχή του βιβλίου ξεκινά από την αφέλεια ενός ασταθούς ψυχικά ανθρώπου και στη συνέχεια γίνεται όλο και πιο σύνθετο και οξύ.
Προφανώς, το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μια καταγγελία ενάντια στις απάνθρωπες μεθόδους που χρησιμοποιούνταν παλιότερα για την αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών, αλλά νομίζω ότι δεν είναι αυτό ο κεντρικός του άξονας. Στην πραγματικότητα, η θεματική που το διαπερνά είναι η μάχη ανάμεσα στη ζωή και την εξουσία, ο αγώνας δηλαδή για την ελευθερία του ανθρώπου.
Βιβλίο-σταθμός, που πραγματικά ταρακουνάει τον αναγνώστη.
ΥΓ. Αν θυμηθούμε ότι ο κούκος δεν φτιάχνει δική του φωλιά (αφήνει τα αυγά του στη φωλιά άλλων πουλιών), ο τίτλος του βιβλίου («Ένα πέταξε πάνω από τη φωλιά του κούκου» στην πλήρη μετάφρασή του από το πρωτότυπο), που προέρχεται από ένα παιδικό τραγουδάκι, αποκτά μια νέα διάσταση.