Οι Τρεις Στοίβες των Βαγγέλη Δικόπουλου - Χρήστου Παυλή - Ιάκωβου Δεσποτίδη είναι ένα βιβλίο στο οποίο συναντιέται ο μεταμοντερνισμός του Καλβίνο, του Περέκ, του Μπόρχες και του Πάβιτς, και το meta-fiction των επιγόνων τους, με το σουρεαλιστικό χιούμορ του Κωστάκη Ανάν και του Λένου Χρηστίδη, αλλά και το άγνωστο σχεδόν στην Ελλάδα σύγχρονο weird fiction. Το αποτέλεσμα είναι καθηλωτικό (διάβασα το βιβλίο σε λιγότερο από δύο μέρες, σε μια περίοδο που ο ελεύθερος χρόνος μου είναι γενικά ελάχιστος) και άκρως διασκεδαστικό.
Ταυτόχρονα, είναι ένα βιβλίο που, καθώς προχωράς στην ανάγνωσή του, αποκαλύπτει κάθε τόσο ένα καινούριο βιβλίο, κάπως σαν τα κινέζικα κουτιά ή τις ρώσικες μπάμπουσκες, με τη διαφορά ότι αυτό που κρύβεται μέσα στο επόμενο είναι μεγαλύτερο ως προς τη στόχευσή του από το προηγούμενο. Αυτό που στην αρχή ξεκινά ταπεινά, σχεδόν σαν σε σκηνικό από τον εκδοτικό οίκο των ΣΙΑ (Συγγραφείς Ιδίοις Αναλώμασι) του Εκκρεμούς του Φουκό (Ουμπέρτο Έκο), στη συνέχεια αποκτά επικές διαστάσεις, παγκόσμιου επιπέδου, σε μια γνήσια παρωδία των έργων του Dan Brown ή άλλων μπεστσελεράδων.
Το βιβλίο αρχίζει με έναν περίεργο τύπο, τον Ιόλαο Χατζημπαρμπαλόπουλο («Ιόλαος, παρακαλώ») να επισκέπτεται έναν ανυπόληπτο εκδότη και να του ζητά να του δώσει -επί πληρωμή πάντα- τη νέα δόση με τα πιο μικρά, κακά και παράξενα διηγήματα που του έχουν στείλει επίδοξοι συγγραφείς. Αφού τα πάρει, τα χωρίζει σε τρεις στοίβες και ξεκινά να τα διαβάζει επιτόπου· μαζί του κι εμείς. Πρόκειται για διηγήματα που φέρουν κάθε φορά ως συγγραφέα το όνομα ενός εκ των τριών πραγματικών συγγραφέων του βιβλίου που διαβάζουμε και είναι πραγματικά γραμμένα με τέτοια δεξιοτεχνία ώστε, ενώ είναι όντως μικρά και, από αρκετές απόψεις, κακά και παράξενα, έχουν μια ιδιαίτερη γοητεία και αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη στον εφήμερο κόσμο τους.
Έγραψα για δεξιοτεχνία, γιατί οι τρεις συγγραφείς πρέπει διαρκώς να ισορροπούν ανάμεσα στους τρεις όρους για τον χαρακτήρα των διηγημάτων και στο να έχουν κάτι που δεν θα απωθεί τον αναγνώστη. Και σίγουρα το πετυχαίνουν. Εκεί όμως που πραγματικά απογειώνεται το βιβλίο, είναι μετά το τέλος της ανάγνωσης όλων των διηγημάτων (ανάμεσα στις τρεις στοίβες έχουν παρεμβληθεί και δύο ιντερλούδια στα οποία παρακολουθούμε όσα διαμείβονται μεταξύ του εκδότη και του Ιόλαου στα διαλείμματα της ανάγνωσης). Τότε αρχίζουμε να μαθαίνουμε τον λόγο για τον οποίο ζητά τέτοια διηγήματα ο Ιόλαος από τον εκδότη και τις διαδοχικές αποκαλύψεις και ανατροπές τις συναγωνίζονται μονάχα η αυτοαναφορικότητα και ταυτόχρονα η διακειμενικότητα του τελευταίου μέρους του βιβλίου. Δεν γράφω όμως περισσότερα για να μην κάνω σπόιλερ.
Παράλληλα, όλο αυτό το ελαφρό λογοτεχνικό παιχνίδι φανερώνει τρεις εξαιρετικά διαβασμένους συγγραφείς που αγωνιούν πραγματικά για τη λογοτεχνία και τη σχέση συγγραφέων και κοινού μαζί της. Μπράβο στις εκδόσεις της Άγνωστης Καντάθ που τόλμησαν και εξέδωσαν ένα τόσο αλλόκοτο και συνάμα πολυεπίπεδο βιβλίο που μοιάζει ταυτόχρονα με νεανική συγγραφική πλάκα και με καλοκουρδισμένο συλλογικό έργο αξιώσεων.