Ο Ισιγκούρο χτίζει μεθοδικά, σελίδα-σελίδα, μια αποπνικτική ιστορία, ελκυστική και απωθητική ταυτόχρονα, που μπορεί να διαβαστεί τόσο ως μια δυστοπική εξέλιξη των επιτευγμάτων της Βιολογίας όσο και ως μια αλληγορία για την αλλοτρίωση και την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου κάθως περνά από την παιδική και εφηβική ηλικία στον κόσμο των μεγάλων. Πατώντας στην κλασική φόρμα του «μυθιστορήματος του οικοτροφείου», που μας δίνει συνήθως την πορεία προς την ενηλικίωση των ηρώων μέσα από περιστατικά και σκηνές σε ένα ασφαλές εκπαιδευτικό περιβάλλον το οποίο τους προετοιμάζει για τον καθαυτό στίβο της ζωής, ο συγγραφέας κατορθώνει να δώσει ένα σχεδόν ανεστραμμένο είδωλό της, αφού, κατά κάποιον τρόπο, οι νεαρές και οι νεαροί οικότροφοι μάλλον κρατιούνται, για δική τους προστασία, μακριά από το δυσοίωνο μέλλον τους.
Και ενώ στο κομμάτι της επιστημονικής φαντασίας δεν μπαίνει στον κόπο να γίνει ιδιαίτερα αναλυτικός και συγκεκριμένος, είναι πραγματικά εντυπωσιακός όταν ψυχογραφεί τους ήρωές του, οι οποίοι/ες όμως δεν είναι ιδιαίτερα συναρπαστικοί/ες, καθώς θυμίζουν μικρά παιδιά ή εφήβους ακόμη και όταν είναι ενήλικες.
Στο βιβλίο υπήρχαν βέβαια και σημεία που κούραζαν με όλες αυτές τις μικροπρεπείς συχνά συγκρούσεις και ανούσιες ανασφάλειές του, με την αφήγηση βάλτωνε (δεν βοηθούσε καθόλου και το γεγονός ότι από ένα σημείο και μετά το σφίξιμο για την επικείμενη μοίρα των ηρώων γινόταν όλο και πιο έντονο, αφού αυτή γινόταν όλο και πιο σαφής.