Δύσκολο βιβλίο (ίσως να μη βοήθησε και η μετάφραση), αλλά σπουδαίο. Ο Μπελ μέσα από μια κατακερματισμένη αφήγηση, με πολλές φωνές, πολλές αναδρομές και έναν σκοτεινό ελεύθερο πλάγιο λόγο, διηγείται θραυσματικά την ιστορία τριών γενιών μιας οικογένειας αρχιτεκτόνων στη Γερμανία. Μια ιστορία η οποία ξεκινά στις αρχές του αιώνα και φτάνει μέχρι το 1958. Ο ναζισμός και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, ιδίως ο δεύτερος, δεν κατονομάζονται πουθενά, αλλά είναι πανταχού παρόντες, έχοντας καθορίσει με όλους τους πιθανούς τρόπους τη ζωή (και τον θάνατο σε κάποιες περιπτώσεις) όλων των χαρακτήρων του βιβλίου. Οι ήρωες προσπαθούν ταυτόχρονα να ξεχάσουν για να μπορέσουν να ζήσουν, αλλά και να θυμηθούν (ή να καταλάβουν), πάλι για να μπορέσουν να ζήσουν. Αντιπολεμικό και υπαρξιακό, αποτελεί μια από τις πρώτες λογοτεχνικές απόπειρες να αντιμετωπιστεί το τραύμα που άφησαν τα γεγονότα αυτά στη γερμανική κοινωνία.
ΥΓ. Ένα από τα πρόσωπα του βιβλίου, ο Σρέλα, που είχε φυγαδευτεί από τη Γερμανία κυνηγημένος από τους ναζί, επιστρέφει στην πόλη του 22 χρόνια μετά. Στην ερώτηση γιατί δεν γύρισε νωρίτερα απαντά: «Γιατί φοβόμουν ότι η πόλη δε θα μου ήταν αρκετά ξένη.» θυμίζοντας εκείνο το τραγούδι που έλεγαν οι Τρύπες: «πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα και με μισήσαν περισσότερο από οπουδήποτε αλλού».