Σ' αυτό το επιμελώς ατημέλητο από την άποψη της πλοκής βιβλίο ο Κούντερα μιλά για τη βραδύτητα και την ταχύτητα, συνδέοντας την πρώτη με τη μνήμη και τη δεύτερη με τη λήθη, δύο έννοιες που συνθέτουν την κεντρική αντίθεση μέσα στο έργο του. Όχι όμως στην ιστορική τους διάσταση αυτή τη φορά, αλλά σε σχέση με την ηδονή, συνομιλώντας μάλιστα στο θέμα αυτό με την επικούρεια στάση. Ταυτόχρονα διερευνά τη σχέση της με το δημόσιο και το ιδιωτικό, με τη διακήρυξή της στον κόσμο και με το φύλαγμά της σαν μεγάλο προσωπικό μυστικό. Κι όλα αυτά μέσα από μια ιστορία που κινείται από το παρόν του αφηγητή-συγγραφέα, που τον παρακολουθούμε σχεδόν εν τω μέσω της δημιουργίας του, στην ιστορία που έγραψε κάποιος άλλος 200 χρόνια πριν και παράλληλα στην ιστορία που πλάθει ο ίδιος ο αφηγητής, με κοινό άξονα και των τριών έναν πύργο κάπου έξω από το Παρίσι.
Ο Κούντερα, με αυτό το βιβλίο, γραμμένο λίγα χρόνια πριν το διαδίκτυο πατήσει τελείως το γκάζι της ζωής μας, μοιάζει να προσπαθεί να κατανοήσει τη νέα εποχή της οποίας η ταχύτητα μάλλον του φαίνεται απειλητική όσο ποτέ άλλοτε για την πραγμάτωση του ηδονιστικού ιδεώδους: «Αυτός ο κόσμος που αλλάζει, με τρομάζει, με τρομάζει». Η ανάγνωσή του μεσούσης της πανδημίας του κορωνοϊού με την αναγκαστική βραδύτητα που αυτή έχει επιβάλλει αποκτά μια περίεργη απόχρωση...