Στο βιβλίο αυτό ο Κούντερα ασχολείται με αυτό που ξέρει όσο λίγοι σύγχρονοί του μυθιστοριογράφοι, την ανθρώπινη ύπαρξη και την ερωτική σχέση και δίνει μερικές από τις πιο δυνατές σελίδες του έργου του. Αυτή τη φορά ήδη από τον τίτλο καταλαβαίνουμε ότι θα τον απασχολήσει περισσότερο ένα από τα ούτως ή άλλως κομβικά σημεία των μυθιστορημάτων του, η ταυτότητα, και κατ' επέκταση, η αλήθεια και τα όριά της. Η ταυτότητα όχι μόνο με τον καθαρά υπαρξιακό τρόπο («ποιος/α είμαι;»), αλλά ταυτόχρονα μαζί με άλλα δύο ερωτήματα: «ποιος/α είμαι για τους άλλους, και ιδίως για τον ερωτικό μου σύντροφο;» και «ποιος/α είναι ο άλλος, ιδίως ο ερωτικός μου σύντροφος». Νομίζουμε ότι ξέρουμε τον άλλον/την άλλη που τον ζούμε συχνά για χρόνια καθημερινά, αλλά δεν παύει να μας εκπλήσσει τόσο με τις πράξεις του, όσο και με τον τρόπο που ερμηνεύει τις δικές μας πράξεις. Ο Κούντερα κατορθώνει να αλλάξει το επίπεδο της «παρεξήγησης» (του «Αστείου») με ένα αριστοτεχνικό εύρημα που θολώνει τελείως τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και τη φαντασία/φαντασίωση. Δεν είναι όμως μηδενιστής, καθώς στο τέλος υπάρχει λυτρωτική διέξοδος. Μείζων δε τούτων η αγάπη.