Το διάβασα στα αγγλικά, αλλά επειδή αφενός βλέπω ότι αυτά που θέλω να πω τα έχουν γράψει άλλοι/ες ήδη εδώ στα αγγλικά, αφετέρου δεν βλέπω να υπάρχουν κριτικές του βιβλίου ανάμεσα στους ελληνόφωνους φίλους μου, θα γράψω τη γνώμη μου στα ελληνικά.
Λοιπόν, για να αρέσει αυτό το βιβλίο σε κάποιον/α θα πρέπει να ισχύουν δύο προϋποθέσεις: α) να είναι παιδί/έφηβος ή/και β) να μην έχει διαβάσει τίποτα που να πλησιάζει έστω και από μακριά τη λογοτεχνία του φανταστικού (και να μην έχει δει τίποτα αντίστοιχο στη μεγάλη ή στη μικρή οθόνη). Μόνο έτσι το βιβλίο δεν θα είναι τόσο προβλέψιμο, τόσο αμήχανο, τόσο χλιαρό, τόσο «μου θυμίζει Άρχοντα των Δαχτυλιδιών/Πόλεμο των Άστρων/Έπος της Γαιοθάλασσας κοκ.» όσο αυτό εδώ.
Όλα αυτά βέβαια εξηγούνται από το γεγονός ότι πρόκειται για το πρώτο μυθιστόρημα ενός εφήβου (ο Παολίνι το έγραψε όταν ήταν 16 χρονών) που έχει διαβάσει πάρα πολλή λογοτεχνία του φανταστικού. Το έχουν κάνει και πολλοί άλλοι, μόνο που εκείνων οι γονείς δεν είχαν εκδοτικό οίκο (και αν είχαν, δεν αποφάσισαν να εκδώσουν το πρωτόλειο του παιδιού τους). Αν σκεφτεί κανείς όμως ότι, σύμφωνα με τον ίδιο τον Παολίνι στις ευχαριστίες του βιβλίου, το Έραγκον πέρασε από πολλά χέρια επιμέλειας μέχρι να εκδοθεί τελικά από έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο, τον Knopf, δεν μπορεί να αναρωτηθεί παρά σε τι κατάσταση βρισκόταν αρχικά το κείμενο ώστε να είναι τόσο εμφανές στο τελικό αποτέλεσμα ότι είναι το πόνημα κάποιοι εφήβου ή κάποιου ανώριμου τέλος πάντων συγγραφέα.
Θα μου πει κανείς γιατί το τελείωσα και του έβαλα και δύο αστέρια αφού είμαι τόσο σκληρός μαζί του. Το τελείωσα γιατί, πέρα από τον ψυχαναγκασμό μου να τελειώνω τα βιβλία που ξεκινώ, το πρόβλημα μαζί του δεν ήταν ότι δεν διαβάζεται, αλλά ότι διαβάζεται πολύ εύκολα, σε στιλ «Ναι, ΟΚ, πάμε παρακάτω μήπως έχεις κάτι ενδιαφέρον ή ανατρεπτικό να μου πεις». Ε, διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα, μήπως βρω αυτό το ενδιαφέρον ή το ανατρεπτικό, αλλά τζίφος. Τα δύο αστέρια (που είναι πιο πολύ ενάμιση) τα έβαλα γιατί το βιβλίο δεν είναι κακό, αλλά «απλώς» πολύ μέτριο.