Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία τρόμου, αλλά αυτό το διεστραμμένο «γουέστερν» είναι σίγουρα το πιο σκληρό και βίαιο μυθιστόρημα που διάβασα, ένα μυθιστόρημα που σε πολλά σημεία με τσάκισε και ένιωθα ότι ένας από τους στόχους του ήταν ακριβώς να σπάσει τον αναγνώστη. Σε πρώτο επίπεδο, ένα λυρικό «ανωφελές» αφήγημα των ολοένα και κλιμακούμενων φρικαλεοτήτων που διέπραξε -κατά κύριο λόγο- μια ομάδα Αμερικανών μισθοφόρων στην αμερικανομεξικανική μεθόριο, σκοτώνοντας -και όχι μόνο- τους πάντες, συχνά δια ασήμαντο -ή και καμία- αφορμή. Ένα αφήγημα όπου δεν υπάρχει κανένας «καλός» και όπου οι όποιες -μικρές- πράξεις ελέους ή γενναιοδωρίας είναι εξίσου τυχαίες και μάταιες όσο και οι φρικαλεότητες. Πιο βαθιά όμως, μια ιστορία που μπορεί να διαβαστεί ως μια αντεστραμμένη εκδοχή του μοτίβου του μυθικού ήρωα, αφού κανένας, ούτε καν το ανώνυμο kid, δεν εξελίσσεται, δεν βρίσκει τον εαυτό του ή την ταυτότητά του, δεν εκπληρώνει κάποιον σκοπό. Κι ακόμη παραπέρα, μια μυθιστορηματική φιλοσοφική πραγματεία για το κακό και τη βία (θα τολμήσω να πω πως ό,τι είναι ο Μέγας Ανατολικός του Εμπειρίκου για το σεξ και τον ερωτισμό είναι το βιβλίο του ΜακΚάρθι για τη βία). Φυσικά, δεν πρέπει να μας διαφεύγει και η ανάγνωσή του ως παραβολή για το χτίσιμο των ΗΠΑ, και ακόμη κι έτσι νομίζω ότι δεν έχω καλύψει ούτε τα μισά από τα ερμηνευτικά του επίπεδα.
Μαζί με τη διαρκή βία, ο Κόρμακ ΜακΚάρθι σπάει τον αναγνώστη τόσο με την χαοτική του πρόζα (τεράστιες περίοδοι, ελλιπής στίξη, ελλειπτικές προτάσεις) όσο και με τις διεξοδικές περιγραφές του τοπίου, που, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αποδεικνύεται εξίσου άγριο και φονικό όσο και τα πρόσωπα του έργου. Στο αγγλικό πρωτότυπο μάλιστα η ανάγνωση είναι ακόμη πιο απαιτητική, καθώς το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται είναι πολλές φορές ιδιαίτερα εξεζητημένο.
Ίσως αυτά τα υφολογικά στοιχεία, μαζί με τη μάλλον μηδενιστική αντίληψη για τη ζωή που προβάλλει, να με κρατούν κάπως από το να του δώσω 5 αστέρια εδώ, αλλά σίγουρα αποτελεί ένα πολύ σπουδαίο μυθιστόρημα που νομίζω ότι θα αφήσει ισχυρό αναγνωστικό αποτύπωμα μέσα μου.
ΥΓ. Έχω δει το «Αποκάλυψη Τώρα» του Κόπολα πολλά χρόνια πριν, αλλά για κάποιον λόγο διαβάζοντας το βιβλίο μου ερχόταν πολύ συχνά στον νου.